Καλώς Ήλθατε!

Η ελευθερία του ατόμου εκφράζεται μέσα από τον γραπτό λόγο. Αυτό είναι ένα ιστολόγιο που δημιουργήθηκε με την ελπίδα να μπορεί να γράψει ο καθένας ένα δικό του κείμενο, και να φιλοξενηθεί για να επιβεβαιώσει την ελευθερία του!

Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Gateway to Astronaut Photography of Earth

ATHENS EROTICA ART FESTIVAL 2016: Διαστροφή σημαίνει απελευθέρωση!!!


Έχουμε μπερδέψει την υγιή σεξουαλική απελευθέρωση, για να χαίρονται οι άνθρωποι το σώμα τους, και την ομορφιά τους, ως αντίδοτο στην υποκριτική κοινωνική σεμνοτυφία, που επικράτησε για αιώνες, με τη διαστροφή! Το σεξ δεν είναι μόνο Φαλλός και Αιδοίο! Εκεί επικεντρώνεστε μόνο! Στα εύκολα δηλαδή! Είναι επίσης χέρια που αγγίζουν και λόγια τρυφερά, η αγάπη που μοιράζεσαι με τον σύντροφο σου και που θες να τον ικανοποιήσεις ως το πιο ιερό ευχαριστώ επειδή υπάρχει στη ζωή σου! Έλεος δηλαδή!

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών στον σύγχρονο βίο


H βλακεία, ως αντίθετο της ευφυΐας, χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ορισμένους τύπους και ομάδες ανθρώπων που βλέπουν την εξουσία σαν πηγή εξυπηρέτησης ιδιοτελών συμφερόντων και πελατειακών διασυνδέσεων. Έτσι οι «βλάκες», εν αντιθέσει προς τους ευφυείς, επιδιώκουν, συνήθως με ανέντιμα, αθέμιτα ή και παράνομα μέσα, να εξυπηρετήσουν ιδιοτελή συμφέροντα εις βάρος του κοινού αγαθού. Το πρόβλημα τους ομως είναι ότι δεν διαθέτουν την διανοητική ικανότητα να διακρίνουν τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των ενεργειών τους στην κοινωνία και στον ίδιο τους τον εαυτό. Ο κύριος στόχος της μελέτης, η οποία διατρέχεται από ένα πολύ ιδιάζον χιούμορ, είναι να αναδείξει ουσιώδεις διαστάσεις και όψεις της παθογένειας της νεοελληνικής κοινωνίας, οι οποίες φαίνεται να είναι διαχρονικές και οπωσδήποτε σύγχρονες.
Ο κοινωνιολόγος Ευάγγελος Λεμπέσης διετέλεσε πολιτικός σχολιαστής, αρθρογράφος, καθηγητής Παντείου, αρχισυντάκτης πολλών εντύπων, διευθυντής ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών και πολλά άλλα, από το 1930 μέχρι το 1956 περίπου.  Γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1906 και σπούδασε στη Γερμανία. Το δοκίμιο αυτό, που γράφτηκε στην αρχική του μορφή στην καθαρεύουσα το 1941, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 1941 στο νομικό περιοδικό «Εφημερίς των Ελλήνων Νομικών» και αναδημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 1976 στο νομικό περιοδικό «Διοικητική Δικαιοσύνη», αποτελεί μια κοινωνική κριτική εναντίον της διαφθοράς και της αναξιοκρατίας, και σήμερα κυκλοφορεί τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή. 
ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΒΛΑΚΩΝ


Οι βλάκες ταξινομούνται σε δύο κύριες μεγάλες ομάδες, τελείως αντίθετες μεταξύ τους, και ακόμη άλλες τρείς παραλλαγές. Η πρώτη ομάδα βρίσκεται στις κατώτερες κοινωνικές βαθμίδες, κατέχει τις υποδεέστερες κοινωνικές θέσεις και αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης. Το ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στη δεύτερη ομάδα, οι βλάκες της οποίας  κατέχουν σπουδαίες θέσεις στην κοινωνία. Με βάση την αρχή της ελαχίστης προσπαθείας, συνασπίζονται για να αντιμετωπίσουν μια ισχυρότερη δύναμη στο πρόσωπο των ολίγων ή του ενός, και οργανώνονται σε ομάδες, οι οποίες στην κοινωνιολογία ονομάζονται «κλίκες».
Αυτός ο τύπος ανθρώπου έχει μία μανία, να ανήκει σε οργανώσεις, πάσης φύσεως και όσο το δυνατό περισσότερες. Αυτό εξηγείται πρώτα πρώτα από την έλλειψη ατομικότητας, η οποία συνεπάγεται μία μεγάλη ευκολία αγελοποίησης. Εκτός τούτου, διακατέχεται συνεχώς από φόβο και πανικό μήπως περιέλθει σε οποιοδήποτε «περιθώριο». Αποτέλεσμα: Δημιουργείταιαυτόματη συρροή βλακών σε πάσης φύσεως οργανώσεις. Και εάν μεν οι οργανώσεις αυτές είναι συμφεροντολογικές, διατηρούν τουλάχιστον την σοβαρότητα των συμφερόντων τους. Εάν όμως είναι πνευματικές, συν τω χρόνω, περιέρχονται σε πλήρη βλακοκρατία.
Κατόπιν όλων τούτων επόμενο είναι ότι οι λεγεώνες των βλακών ωθούνται και υφίστανται ακατανίκητη έλξη από τις παντός είδους αγελαίες, αντιατομιστικές και ομαδιστικές οργανώσεις και θεωρίες, καθώς επίσης και από πάσης φύσεως παρεμβατισμό ή διευθυνομένη οικονομία. Έτσι εξηγείται και η ατελείωτη επιλογή βλακών στα ομαδικά συστήματα, η οποία με την βοήθεια μιας πολιτικής βίας κατοχυρώνεται και σαν πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς. Η ελευθερία της σκέψης (χρήσιμη μόνον σε εκείνους που διαθέτουν σκέψη) είναι για τους βλάκες ιδιαίτερα αντιπαθητική, διότι ασκούμενη από άλλους στρέφεται εναντίον τους, εναντίον των συμφερόντων τους και εναντίον των εξουσιαστικών θέσεων τις οποίες κατέχουν.
Με βάση τα παραπάνω είναι εύκολο να ερμηνευτεί και η ακατανίκητη τάση των βλακών προς πάσης φύσεως αγελαίες εμφανίσεις, κοσμικές συγκεντρώσεις, προβολή από τα Μ.Μ.Ε, διακρίσεις, τίτλους, «διπλώματα» και κάθε είδους «παράσημα». Και εδώ προκύπτει ένα μεγάλο ερώτημα: Από πού κι’ ως πού είναι δεδομένη η δυνατότητα της βλακικής αγέλης να δράσει με τρόπο αποτελεσματικό; Αυτό συμβαίνει κατά πρώτον διότι ωρισμένοι βλάκες κατέχουν θέσεις υποδεέστερες μεν, αλλά εντελώς «μοιραίες» στον κοινωνικό οργανισμό, ο οποίος στην πράξη βασίζεται στις κατώτερες του βαθμίδες. Στην πράξη, τα πρόσωπα των ανωτέρων βαθμίδων  εξαρτώνται από τα κατώτερα και μερικές φορές μάλιστα αυτή η εξάρτηση παίρνει μορφές καθαρά εκβιαστικές. Για παράδειγμα, ένας υπάλληλος μπορεί να προωθήσει ή να ενταφιάσει μία υπόθεση σε μία υπηρεσία ή να καλύψει έναν εγγληματία σε μία αστυνομική αρχή, σε περίπτωση που τα κατώτερα πρόσωπα της ιεραρχίας είναι αλληλέγγυα προς αυτόν. Κατά δεύτερον οι «κλίκες» μπορούν να προωθήσουν τα μέλη τους σε ανώτερες βαθμίδες και να αναδείξουν τον εαυτόν τους, παρακωλύοντας αντίθετες ενέργειες υπερκειμένων παραγόντων για την προώθηση προσώπων αξίων και ικανών. Έτσι, τα δεδομένα της βλακοκρατείας κλιμακώνονται και η καταστάσεις διαιωνίζονται. Ενός βλακός ερχομένου, μύριοι έπονται. Διότι ένας βλάξ, εφόσον ανέλθει, θα προωθήσει πρόσωπα μόνον κατώτερα από τον εαυτόν του.
Οι βλάκες ταξινομούνται σε τρείς μεγάλες υποομάδες ή παραλλαγές. Η πρώτη παραλλαγήπεριλαμβάνει βλάκες και ανίκανους οι οποίοι ανέρχονται και επικρατούν ατομικά και καταλαμβάνουν θέσεις στις οποίες η ανεπάρκεια τους είναι τουλάχιστον ανεκτή αν όχι και πλεονεκτική. Πολλές φορές οι άνθρωποι αυτοί καταλαμβάνουν αξιώματα με τα οποία ουδέποτε θα καταδεχόταν να ασχοληθεί ένας σοβαρά απασχολούμενος άνθρωπος. Άλλοτε όμως μπορεί να γίνουν ακόμη και σοβαροί παράγοντες μίας κυβέρνησης ή ακόμη και πρόεδροι μίας Δημοκρατίας. Και βέβαια όλα τα αξιώματα διανθίζονται με διακρίσεις, παράσημα, δεξιώσεις κ.ο.κ. Για μία τέτοιου είδους άνοδο απαιτούνται ειδικά προσόντα: Πρώτον παντελής έλλειψη προσωπικότητας. Αυτή εκδηλώνεται με μόνιμη απουσία γνώμης πάνω στο οποιοδήποτε ζήτημα, με το φόβο της σύγκρουσης και της διαφωνίας, καθώς επίσης και με μία ολιγόλογη ανιαρότητα, η οποία μπορεί να εκληφθεί και σαν βαθύνοια ή σοβαρότητα, στην πραγματικότητα όμως οφείλεται απλά και μόνον στην απόλυτη έλλειψη πνεύματος. Με λίγα λόγια αυτού του τύπου οι βλάκες είναισοβαροφανείς και διακρίνονται σε δύο υποομάδες: Αυτούς που «ψωνίζουν», δηλαδή αγοράζουν αλλά δεν πουλάνε, και αυτούς που «σνομπάρουν».
Αυτοί που «ψωνίζουν» έχουν έκδηλη στο πρόσωπο την βλακώδη πονηρία. Η εξυπνάδα ενός τέτοιου βλάκα συνίσταται στην πεποίθηση της ικανότητας του να κρύβει με μεγάλη επιμέλεια την ίδια του την εξυπνάδα. Έτσι λοιπόν αποφεύγει να μιλάει και περιορίζεται να ακούει τα λεγόμενα των άλλων, τα οποία μάλιστα συνοδεύει και με ένα εξυπνώδες ηλίθιο μειδίαμα. Αποφεύγει να απαντά, διότι βεβαίως δεν είναι «κουτός» για να εκτεθεί. Κατ’ αρχήν θεωρεί τον κάθε άνθρωπο εχθρό, ο οποίος καραδοκεί να του αρπάξει, με σκοπό να τον εκθέσει, όποια τυχόν εκδήλωση του ξεφύγει κατά λάθος. Γι’ αυτό και ένας τέτοιος τύπος είναι όλη την ώρα ιδιαίτερα προσεκτικός. Τον καθένα που εκφράζεται με γνώμες και απόψεις τον θεωρεί αναμφισβήτητα βλάκα, ενώ ο ίδιος φροντίζει να κρύβει με επιμέλεια την ευφυϊα του πίσω από ένα συγκαταβατικό μειδίαμα. Για τους διανοούμενους, και ιδίως για αυτούς που αγωνίζονται, τρέφει απέραντη περιφρόνηση και τους αντιμετωπίζει με συγκρατημένη αυτοπεποίθηση, συγκατάβαση και μετριόφρονα υπεροχή.
Αυτοί που «σνομπάρουν» αποτελούν μία πραγματική κοινωνική μάστιγα. Αυτοί, ως επί το πλείστον, μιλούν πολύ και περιπλέκουν με υπέρμετρο στόμφο πράγματα μικρά, προφανή και αυτονόητα που τα παρουσιάζουν για μεγάλα, δυσνόητα και σπουδαία. Διανθίζουν μάλιστα και το πομπώδες ύφος τους με μία στάση προστατευτική, η οποία ζητά να κατακτήσει την συμπάθεια του κόσμου, ενώ στην πραγματικότητα μοναδικό σκοπό έχει να υποτιμήσει τους άλλους.
Στη δεύτερη παραλλαγή εντάσσονται οι λεγόμενες χρυσές μετριότητες, οι οποίες μέσα σε μία στοιχειώδη εξυπνάδα αποφασίζουν να υποδυθούν ότι είναι βλάκες, να κάνουν δηλαδή την «πάπια», όπως λέει και ο λαός. Είναι δηλαδή κάποιοι στοιχειωδώς ευφυιείς οι οποίοι υποκρίνονται, διότι, ζώντας ανάμεσα σε τελείως βλάκες, ξέρουν ότι, αν η στοιχειώδης ευφυία τους αποκαλυφθεί, η παρουσία τους κινδυνεύει να γίνει ασύμφορα προκλητική. Αυτός ο ρόλος βέβαια είναι ιδιαίτερα δύσκολος. Πρώτα πρώτα, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να κρύψει κανείς την οποιανδήποτε πνευματική ή ψυχική ζωή του και τις αναπόφευκτες αντανακλάσεις της όποιας εσωτερικότητας στην εξωτερική του εμφάνιση. Έτσι η παρουσία ενός στοιχειωδώς ευφυιούς, που δεν διαθέτει και ιδιαίτερο υποκριτικό ταλέντο και προσπαθεί να κάνει την «πάπια», εκπέμπει μία αύρα ανθρώπου σε κατάσταση άμυνας ή φυγής και στη χειρότερη περίπτωση ζώου σε κατάσταση πανικού. Τα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα της απέχθειας και του φόβου για τους απέναντι, της αποφασιστικότητας να ξεπεράσει τον εαυτό του αλλά και της αυτοαπόρριψης για τον συμβιβασμό που κάνει, προδίδουν την επί της ουσίας αδυναμία του να συναγωνιστεί τους «άλλους». Άλλωστε, οι άλλοι, ως γνήσιοι βλάκες, δηλαδή φτωχοί στο πνεύμα και επίπεδοι στο συναίσθημα, διαθέτουν τέτοιο ένστικτο καχυποψίας, εξ αιτίας του οποίου η κάθε προσπάθεια του στοιχειωδώς ευφυϊούς για να υποκριθεί ματαιώνεται και η κάθε πραγματική του ειλικρίνεια εκλαμβάνεται σαν υποκρισία.
Ο βλάκας έχει την ένστικτη καχυποψία τόσο ανεπτυγμένη, ώστε αδυνατεί να αναγνωρίσει και να εννοήσει συλλογισμούς και ευφυϊείς υπολογισμούς  που βασίζονται στην διάννοια. Για τον βλάκα ο μηχανισμός της διάννοιας είναι ξένος και νοητικά απροσπέλαστος. Απέναντι στη σκέψη των άλλων αισθάνεται άοπλος και ανυπεράσπιστος. Έτσι, μία μόνον άμυνα διαθέτει, όπως ακριβώς ένα άγριο ζώο ή ένας πρωτόγονος άνθρωπος:  Την ένστικτη καχυποψία. Η καχυποψία και η απότοκος αυτής πονηρία λειτουργούν τελικά αντίθετα από την διάννοια και κόντρα σε αυτήν, παρά το γεγονός ότι, εξελικτικά, η διάννοια δεν είναι κάτι το οποίο αναπτύσσεται αντίθετα ή ανεξάρτητα από το ένστικτο, αλλά αποτελεί εμπλουτισμό του ενστίκτου με λογικά μέσα. Πονηρία είναι η ενεργητική όψη και το δεύτερο στάδιο της καχυποψίας, η πονηρία δηλαδή συνεπάγεται δράση. Δράση όμως κατά κύριον λόγο αμυντική, η οποία προϋποθέτει ένα ζώο πνευματικά αμήχανο και ενστικτωδώς πανικόβλητο. Ως εκ τούτου δε, και εξαιρετικά επικίνδυνο. Η βλακώδης ποιότητα συλλογισμών και συμπερασμάτων προάγει την παθητική άμυνα που λέγεται καχυποψία σε ενεργητική άμυνα και δράση εναντίον «υπόπτων»… Εκτός αυτού, βλακώδεις συλλογισμοί και συμπεράσματα έρχονται να τεθούν σε πρακτική εφαρμογή και να δραστηριοποιήσουν μεθόδους ανάλογης πνευματικής υποστάθμης, όπως κολακεία, ψεύδος, ραδιουργία, κλάψα και επαιτεία, προσφορά υπηρεσιών με ανήθικο περιεχόμενο, χαφιεδισμό, χειροφιλήματα, εκφωνήσεις λόγων, συρραφή κολακευτικών στίχων και ό,τι άλλο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, ανάλογα με την περίσταση. Αυτή η τελευταία θετική και προσοδοφόρα χρησιμοποίηση της πονηρίας ονομάζεται επιτηδειότης. Και εδώ συμβαίνει και πραγματοποιείται το εξής καταπληκτικό: Η ευτέλεια και η διανοητική κατωτερότητα των κολακευομένων προσδίδει μεγάλη δύναμη στα βλακώδη μέσα, τόσο μεγάλη ώστε οι βλάκες, με την λεγόμενη επιτηδειότητά τους, καταφέρνουν τελικά και πετυχαίνουν τον σκοπό τους, προωθούνται και επικρατούν.
Εδώ βεβαίως τίθεται ένα πάρα πολύ μεγάλο ερώτημα: Ποιά υποκατηγορία βλακών είναι η πλέον επικίνδυνη για την κοινωνία, αυτή που διαπράττει όλα όσα αναφέραμε παραπάνω ή εκείνη που θεωρεί ως ευφυείς όλους αυτούς τους επιτήδειους βλάκες; Με άλλα λόγια ποιός είναι περισσότερο βλάξ, ο κολακεύων ή ο κολακευόμενος; Όπως όμως και να έχει το ζήτημα, βέβαιον είναι ότι όλα τα μέσα της λεγόμενης επιτηδειότητας είναι εντελώς άσχετα με την ευφυϊα και ότι κανένας πραγματικά ευφυής δεν έχει καμία απολύτως ανάγκη να τα χρησιμοποιήσει από την στιγμή που η ευφυϊα αναμφισβήτητα δίνει στον κατέχοντα την δυνατότητα να πολεμήσει και να επικρατήσει με την αξία του. Ότι τα μέσα τα οποία χρησιμοποιούν οι επιτήδειοι είναι ευκολώτερα δεν αμφισβητείται. Ότι ο κολακευόμενος, εάν πιστέψει στην ειλικρίνεια του επιτηδείου είναι βλάξ, επίσης δεν αμφισβητείται. Είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί ότι, εαν ο κολακευόμενος είναι βλάξ, βλάξ θα είναι και αναγκαστικά και αυτός ο οποίος τον πείθει; Αλλοίμονο… Κανένας ευφυής δεν έχει μέχρι τώρα κατορθώσει να πείσει έναν βλάκα και καμία συνεννόηση δεν έχει επιτευχθεί μεταξύ ετερογενών εγκεφάλων. Δύο κεφαλές, για να συνεννοηθούν, πρέπει να είναι ή εξ ίσου κενές ή εξ ίσου πλήρεις. Κλασσική είναι η αποτυχία των ευφυών οι οποίοι κατά καιρούς αποπειράθηκαν να εισέλθουν στον ψυχοδιανοητικό κόσμο των βλακών. Και αλλοίμονο… Εάν οι βλάκες τυχαίνει κάποτε να είναι και ισχυροί εξουσιαστές των υψηλών αξιωμάτων, τραγική είναι η μοίρα των αποτυχόντων ευφυών. Τόσο τραγική μέχρι του σημείου να οδηγηθούν αυτοί οι άτυχοι στην απελπισία και καμιά φορά και στον τερματισμό της σταδιοδρομίας τους ή ακόμα και της ζωής τους. Αντιθέτως, ούτε ένα νέφος δεν διατάραξε ποτέ την σύμπνοια μεταξύ των ομοειδών εκείνων βλακών οι οποίοι θεωρούν τους ατυχήσαντες αυτούς ευφυείς αναμφισβητήτως βλάκες.
Η τρίτη παραλλαγή αποτελεί μία προχωρημένη μορφή της προηγουμένης. Εδώ εντάσσονται κάποιοι βλάκες-απατεώνες, συνοδευόμενοι μάλιστα από μία ακόμη βλακώδη υποομάδα, τους βλάκες-θαυμαστές των απατεώνων. Οι πρώτοι δεν διστάζουν να διακηρύττουν με κομψότητα, βάσει κάποιου λεγόμενου ωφελιμισμού, ότι η τιμιότητα είναι βλακεία. Όμως, αν ένας βλάκας καταφεύγει στην επιτηδειότητα λόγω των πενιχρών πνευματικών του μέσων, εξ αιτίας της ίδιας πενίας και έλλειψης θα καταφύγει και στην απάτη. Ως γνωστόν, απάτη είναι είτε η παρουσίαση ψευδών πραγμάτων ως αληθών, είτε και η απλή αποσιώπηση της αλήθειας. Από έναν τέτοιον ορισμό προκύπτει η επικρατέστερη άποψη των συνηθισμένων ανθρώπων ότι η απάτη επιτυγχάνει αφ ενός μεν λόγω της ευφυϊας του απατεώνα, αφ ετέρου δε λόγω της ευπιστίας του θύματος. Όμως, ο καθένας, ακόμη και ένας βλάκας, μπορεί να παρουσιάσει ψεύτικα πράγματα ως αληθινά. Η απάτη είναι ο διανοητικά ευκολώτερος δρόμος, γι’ αυτό και καταφεύγει σε αυτήν ο στερημένος από άποψη ευφυϊας. Αντιθέτως τα έντιμα μέσα είναι δυσκολώτερα, διότι προϋποθέτουν διανοητική ενέργεια και πραγματική ατομική αξία. Παρόλα ταύτα, μεταξύ των θαυμαστών των απατεώνων είναι ευρύτατα διαδεδομένη η αντίληψη ότι ένας απατεώνας όχι μόνον αποκλείεται να είναι βλάκας, αλλά οπωσδήποτε είναι ευφυής. Αυτή η αντίληψη προέρχεται από την «θεωρία» των βλακών περί της ευπιστίας. Πράγματι, είναι αλήθεια ότι ο βλακωδέστερος των βλακών θα μπορούσε να εξαπατήσει έναν Κάντ ή έναν Μπετόβεν. Κι’ αυτό διότι η ευπιστία, θεωρώντας εκ των προτέρων τα άλλα άτομα ως έντιμα και συνεπώς ευφυή, είναι το μεγαλύτερο τεκμήριο πνευματικής ανάπτυξης και πολιτισμού. Όμως οι βλάκες είναι εθισμένοι να «σκέπτονται» όχι με τον νοητικό μηχανισμό, τον οποίον άλλωστε δεν διαθέτουν, αλλά με χονδροειδείς και μόνον εξωτερικές εντυπώσεις. Δεν ερευνούν τις αιτιοκρατικές σχέσεις, αλλά εντυπωσιάζονται από το μεμονωμένο γεγονός μιας επιτυχημένης απάτης, και από ένα τέτοιο γεγονός συνάγεται με συνοπτικές διαδικασίες αφ ενός μεν η βλακεία του θύματος, αφ ετέρου δε η ευφυϊα του απατεώνος.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΒΛΑΚΩΝ


Eύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η παραγωγή βλακών δεν είναι ταξική. Η φύση δεν έδωσε σε μία ωρισμένη κοινωνική τάξη το επίζηλο αυτό προνόμιο. Καμία κοινωνική τάξη δεν στερήθηκε τους βλάκες και τον ιδιαίτερο κοινωνικό τους ρόλο. Η βλακεία δεν έχει ταξική πατρίδα. Ψυχολογικές είναι οι διαφορές που δημιουργούν τις ποικιλίες και τις παραλλαγές μεταξύ των βλακών που ανήκουν σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και η εκάστοτε ανώτερη τάξη φαίνεται ότι έχει προικιστεί πλουσιοπάροχα με τους πλέον διασκεδαστικούς από τους τύπους αυτούς. Ο βλάκας της ανώτερης τάξης, με την φυσική ατροφία στον βουλητικό του κόσμο και χωρίς καμία δικιά του πνευματικότητα, λαμβάνει πολύ σοβαρά υπ’ όψιν του την ατελείωτη σειρά από τα «πρέπει» και τις απαγορεύσεις που του επιβάλλει η ευπρεπής του οικογένεια. Έτσι, μέσα στον ταξικό του κύκλο κερδίζει τον τίτλο του «καλού παιδιού», ενώ στην αντικειμενική διάλεκτο θα μπορούσε να αποκληθεί με επιείκεια «ευπρεπής» ή «καθώς πρέπει βλάξ». Αντίθετα, ένα παιδί του λαού ονομάζεται σε αντίστοιχη περίπτωση, κατά κυριολεξία και χωρίς επιείκεια, πολύ απλά και πολύ λαϊκά και εντελώς απερίφραστα «κόπανος». Και στα πλαίσια της κατώτερης κοινωνικής τάξης τα πράγματα είναι για τον βλάκα πάρα πολύ πιο δύσκολα. Ένας βλάκας ανώτερης κοινωνικής τάξης απολαμβάνει στην μαθητική του ηλικία όλη την μορφωτική αγωγή και περιποίηση, που τον κάνουν να παραμένει ψυχολογικά αμείωτος. Αυτό όμως σε πρεσβύτερη ηλικία επαυξάνει την γελοία του αυτοπεποίθηση, του δίνει την δυνατότητα να φτάσει ανενόχλητος σε υψηλά κοινωνικά αξιώματα και η ατομική του ύπαρξη, ως μη ώφειλε, είναι γνωστή στην κοινωνία. Αντίθετα ένας βλάκας-παιδί του λαού χειραγωγείται πολύ σκληρά, τόσο από τους γονείς του, όσο και από τους δασκάλους του και τους συμμαθητές του στο σχολείο. Και αυτή η σκληρότητα μπορεί να τον φτάσει μέχρι την πλήρη ψυχολογική εξουθένωση με την υποτίμηση, τους προπηλακισμούς, τις φάρσες, τις ύβρεις και τις βιαιοπραγίες. Μετά από όλα αυτά βέβαια ο βλάξ των λαϊκών τάξεων είναι πάρα πολύ δύσκολο να ανέλθει στην κοινωνική κλίμακα, γι’ αυτό και, σε σύγκριση με τον γεμάτο αυτοπεποίθηση και έπαρση βλάκα των ανωτέρων τάξεων, είναι πολύ λιγώτερο γελοίος, συμπαθέστερος, σεμνότερος, εν πολλοίς άγνωστος και βεβαίως ακινδυνώτερος. Όπως και να έχουν τα πράγματα όμως, το πνευματικό προλεταριάτο πάσης ταξικής καταγωγής είναι ένα και ενιαίο.
ΤΕΛΙΚΑ ΜΗΠΩΣ Η ΤΙΜΙΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΒΛΑΚΕΙΑ;


Μετά από όλη αυτήν την θεώρηση των πραγμάτων, ένα μεγάλο ζήτημα που προκύπτει είναι η σχέση μεταξύ του βλάκα και του επιτήδειου ή και του απατεώνα. Με άλλα λόγια, η σχέση ανάμεσα στην τιμιότητα και την βλακεία ή ανάμεσα στην ανηθικότητα και την ευφυϊα. Οι περισσότεροι συνηθισμένοι άνθρωποι θεωρούν τον επιτήδειο και τον απατεώνα ενδεχομένως ανήθικους, τους κατατάσσουν όμως αναμφισβήτητα μεταξύ των ευφυϊών. Οι περισσότεροι συνηθισμένοι άνθρωποι διαχωρίζουν την ανηθικότητα από την βλακεία και το ήθος από την ευφυϊα. Όμως συμβαίνει εντελώς το αντίθετο: Ο επιτήδειος και ο απατεών είναι απλά και μόνον υποδιαιρέσεις του βλακός. Και ιδού πώς: Κανένας άξιος άνθρωπος δεν έχει ανάγκη την επιτηδειότητα και την απάτη για να προωθηθεί και να επικρατήσει. Κανένας άνθρωπος με πραγματική αξία δεν έχει ανάγκη να γίνει επιτήδειος ή απατεών. Η πονηρία αποτελεί φυσική ιδιότητα των βλακών και αναπτύσσεται σαν η μόνη εφικτή άμυνα, στην οποία η φυσική ατροφία του νοητικού μηχανισμού των βλακών επιτρέπει να αναπτυχθεί. Από αυτήν και μόνον την διαπίστωση προκύπτει ότι μόνον ένας άνθρωπος πνευματικά ανάπηρος έχει ανάγκη την επιτηδειότητα και την απάτη για να προωθηθεί και να επικρατήσει. Απόλυτη συνέπεια τηςπνευματικής αναπηρίας ενός βλάκα είναι άλλωστε όχι μόνον η αγελαία του τάση, όχι μόνον ηπροώθησή του, πλάτη με πλάτη, με την λεγεώνα των ομοίων του, αλλά και η έλλειψη αντίθετης γνώμης, η αποφυγή κάθε σύγκρουσης και κάθε μάχης, και η προσφυγή, αντί όλων αυτών, στα ευτελέστερα και ευκολώτερα μέσα της κολακείας, των  εκδουλεύσεων,τηςεπιτηδειότητας και της απάτης. Εξ’ ού και έπεται το ακλόνητο τούτο δόγμα: Η ανηθικότητα αποτελεί αποκλειστικό προϊόν βλακείας.
Συγγραφέας: Ευάγγελος Λεμπέσης

Περίληψη και διασκευή στην καθομιλουμένη: Filikaki


Πηγή:

http://www.pesotithes.gr/η-τεράστια-κοινωνική-σημασία-των-βλακ/

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Ζούμε όπως παίξαμε

11.04.2016 - Eirini Kokorou

Ζούμε όπως παίξαμε
Hai Nguyen, Vietnam. 2ο βραβείο/αργυρό μετάλλιο FIAP στο διεθνή διαγωνισμό "Ειρήνη είναι..." 2013.
«Πόσο φοβόμαστε τελικά το παιχνίδι; Πόσο τρέμουμε την ελευθερία της αταξίας που δημιουργεί, των αναπόφευκτων αμφισβητήσεων που προκύπτουν από αυτό, ώστε να αισθανόμαστε την ανάγκη να το υποτάξουμε στους νόμους της αγοράς και της ζήτησης, να το καθηλώσουμε σε ένα ακόμη προϊόν ή και παρεχόμενη υπηρεσία μέσω των εργαστηρίων παιχνιδιού για παιδιά και γονείς που εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια.»
Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Μαρσέλ Μάους, μέσω του παιχνιδιού καθίσταται δυνατή η ανάγνωση μιας κοινωνίας. Η θέση μας σήμερα ως ενήλικες απέναντι στο παιχνίδι των παιδιών, καθρεφτίζει την κοινωνίας μας, η οποία μοιάζει να το αντιστρατεύεται. Κατά τον Φρόιντ, «Το αντίθετο του παιχνιδιού δεν είναι η σοβαρότητα , αλλά η πραγματικότητα», με τον σημερινό άνθρωπο να προσαρμόζεται εύκολα, πεπεισμένος ότι δεν μπορεί να κάνει και πολλά για να την αλλάξει.
Ο μεταβατικός χώρος του παιχνιδιού είναι το σημείο όπου το παιδί διερευνά το άγνωστο, βιώνοντας την ελευθερία της ύπαρξής του, αναδημιουργώντας τον εαυτό του και τον κόσμο του. Παίζοντας έτσι ως παιδί, είναι πιο πιθανό ως ενήλικας να είναι σε θέση να βιώνει τις επερχόμενες μεταβολές ως προκλήσεις και όχι ως μείζονα προσωπική αμφισβήτηση και να συμβάλλει στην δημιουργία του κόσμου του αύριο, απαρνούμενος τη θέση του παθητικού υποκειμένου.
Δυστυχώς σήμερα η παιγνιότητα, αν και πρωταρχική ιδιότητα του παιδιού, μοιάζει να μην του επιτρέπεται από τους ενήλικες. Ως εκπρόσωποι του καταναλωτισμού τείνουμε να συγχέουμε τα υλικά παιχνίδια με την πράξη του παιχνιδιού. Παρέχουμε στα παιδιά πληθώρα παιχνιδιών που τελούν στην υπηρεσία ενός μετρήσιμου γνωστικού στόχου, στομώνοντας έτσι την δημιουργικότητά τους. Ξεχνάμε πως «παίζω δεν σημαίνει τείνω προς ένα συγκεκριμένο στόχο αλλά είμαι δεκτικός στο απρόσμενο». Ξεχνάμε πως η λειτουργία του παιχνιδιού δεν αφορά την εξάρτηση του «έχω» μα την ελευθερία του «είναι». Μια χαρτοπετσέτα, ένα κουρελάκι μπορεί να «είναι» καπέλο, πουλί, αέρας, σύννεφο..ένας ολόκληρος κόσμος εν τη γενέσει του. Αυτή η δυνητικότητα συνιστά την συναρπαστικότητα του παιχνιδιού, την περιέργεια για το τι θα συμβεί μετά, την έκπληξη μπρος στο απρόσμενο, την δυναμική -του τι μπορώ να κάνω, την εξερεύνηση -του πώς μπορώ να είμαι.
Πόσο φοβόμαστε τελικά το παιχνίδι; Πόσο τρέμουμε την ελευθερία της αταξίας που δημιουργεί, των αναπόφευκτων αμφισβητήσεων που προκύπτουν από αυτό, ώστε να αισθανόμαστε την ανάγκη να το υποτάξουμε στους νόμους της αγοράς και της ζήτησης, να το καθηλώσουμε σε ένα ακόμη προϊόν ή και παρεχόμενη υπηρεσία μέσω των εργαστηρίων παιχνιδιού για παιδιά και γονείς που εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια.
Γιατί προωθούνται τα παιχνίδια -games εις βάρος του ελεύθερου παιχνιδιού – play;
Με τα games, διασφαλίζεται εκ των προτέρων, το σημείο λήξης του παιχνιδιού: νίκη, ήττα, ισοπαλία, σκορ. Αυτό που ορίζει τα games, δεν είναι η αυτοδιάθεση του παιδιού μα η φύση του αποτελέσματος. Με την αυστηρή δομή τους το ωθούν να δομεί με τη σειρά του, μια άμυνα απέναντι στο μη προβλέψιμο που προσφέρει το συμβολικό ελεύθερο παιχνίδι (play). Κι επειδή, «χωρίς καμία αμφιβολία θα ζήσουμε όπως παίξαμε»[1], μεγαλώνοντας εξακολουθούμε να παίζουμε με αφάνταστη σοβαρότητα παρόμοια παιχνίδια με τον εαυτό μας και τους άλλους. Χρειάζονται και τα games-παιχνίδια. Μα στον καιρό μας μοιάζει να υπερκαλύπτουν το μεταβατικό χώρο του συμβολικού παιχνιδιού. Κι έχει σημασία αυτό να το δούμε. Γιατί, ό,τι μας κρατά ως παιδιά περιορισμένους μέσα σε ένα συγκεκριμένο εύρος αλληλεπιδράσεων, χρησιμοποιώντας ένα επιβεβλημένο σύνολο κανόνων, εξακολουθεί και στη ζωή μας να μας κινεί και να θέτει όρια στο τι μπορούμε να κάνουμε, «φυλακίζοντάς» μας, σε ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο συμμόρφωσης κι εξάρτησης. Σίγουρα έτσι νοιώθουμε ασφαλείς. Κάθε ιδέα ενός μεγαλύτερου ή και διαφορετικού εύρους αλληλεπίδρασης μοιάζει τρομακτική ακόμη και για να την φανταστεί κανείς. Εύκολα μπορούμε να κάνουμε τις αναγωγές σε σχέση με την λειτουργία μας στην κοινωνία και τις αντιστάσεις μας στη δημιουργικότητα και την αλλαγή που οδηγούν σε νέους τρόπους ύπαρξης, συνοχής και αλληλεπίδρασης.
Στο ελεύθερο συμβολικό παιχνίδι, το παιδί ακολουθεί την εσωτερική του παρώθηση. Αφήνεται σε μια περιπέτεια, εξερευνώντας το άγνωστο μέσα κι έξω από τον εαυτό του, εμπιστευόμενο τη διαδικασία του παιχνιδιού. Αν αφιερώναμε λίγο χρόνο να το παρατηρήσουμε χωρίς να επεμβαίνουμε, θα ανακαλούσαμε την φράση του Σίλο: «Σου μιλώ για απελευθέρωση, για κίνηση, για διαδικασία». Παίζοντας μοιράζονται πράγματα και εμπειρίες, συναισθήματα, νέες αισθήσεις, δημιουργούνται αναφορές. Κι όλα αυτά τα γεννήματα της στιγμής τα υποδέχονται με χαρά και πνεύμα ανοίγματος. Μη προσδοκώντας κανένα όφελος, παρά μόνο ελπίζοντας στην επόμενη στιγμή.
Ο Λάο Τσε είχε πει:
«Του τροχού τον άξονα μοιράζονται τριάντα ακτίνες. Χρήσιμος όμως γίνεται από την κεντρική του τρύπα. Πλάσε κανάτι με πηλό. Χρήσιμο γίνεται από τον εσωτερικό του άδειο χώρο. Το όφελος λοιπόν έρχεται από τούτο που υπάρχει. Το χρήσιμο προκύπτει από εκείνο που λείπει».

Είναι ανάγκη να αφήνουμε κενό χώρο στα παιδιά να παίζουν ελεύθερα, χωρίς σκοπό. Αυτό μόνο αρκεί! Σήμερα αποτιμάται ως χάσιμο χρόνου το να μην κάνουμε τίποτα άλλο εκτός από το να παίζουμε, το να μην έχουμε άλλο σκοπό εκτός από το να γνωριστούμε. Κι όμως μέσω αυτού που παραχωρούμε οι ενήλικες στον εαυτό μας ως ευκαιρία για απόλαυση και παιχνίδι, μεταβιβάζουμε στα παιδιά το πιο ουσιώδες, την επιθυμία και την χαρά για ζωή.
Πηγή:

Συγκλονιστικά σκίτσα που δείχνουν πώς θα ήταν ο κόσμος αν τα ζώα ήταν το κυρίαρχο είδος και μας συμπεριφέρονταν όπως τα αντιμετωπίζουμε εμείς (pics)

Συγκλονιστικά σκίτσα που δείχνουν πώς θα ήταν ο κόσμος αν τα ζώα ήταν το κυρίαρχο είδος και μας συμπεριφέρονταν όπως τα αντιμετωπίζουμε εμείς (pics)



Σάββατο, 16 Απριλίου 2016



Chris Sofras Αλλά το εύκολο είναι να κατέχεις! Οπότε στα κομμάτια η Αγάπη!
----------------Μπορούν όμως να συνυπάρξουν κάποιες φορές, κατοχή Κ αγάπη!
Chris Sofras Δεν μπορείς να κατέχεις όμως αυτό που αγαπάς! Η κατοχή είναι αποτέλεσμα του φόβου, που ξεκινά από την πραγματική Ελευθερία που αναδίδει η αγνή Αγάπη!
Chris Sofras Και για να συμπληρώσω τα παραπάνω, ο φόβος ξεκινά πάντα, επειδή δεν έχουμε μάθει το τι εστί πραγματική Ελευθερία! Και αυτός ο φόβος για το άγνωστο, μας δημιουργεί ανασφάλεια, οπότε για να σιγουρέψουμε πως θα μας αγαπάνε, επιβάλουμε την Αγάπη μας με την μέθοδο της κατοχής, επειδή στην ουσία φοβόμαστε να ξαναμείνουμε μόνοι! Και ο βασικότερος λόγος που φοβόμαστε την μοναξιά, είναι επειδή δεν έχουμε μάθει να αγαπάμε τον Εαυτό μας! Δηλαδή αυτό που αποκαλούμε αγάπη, στην ουσία είναι ένα ναρκωτικό!

4 μεγάλες αλήθειες της ζωής όπως μας τις έμαθε ο Jean Paul Sartre

Ήταν 15 Απριλίου του 1980, όταν ο Jean Paul Sartre άφησε την τελευταία του πνοή στο Παρίσι εξαιτίας ενός οιδήματος που είχε στον πνεύμονα. Περισσότεροι από 50.000 Παριζιάνοι τον συνόδευσαν την επόμενη ημέρα μέσα από τους δρόμους της πόλης στην τελευταία του κατοικία, το κοιμητήριο του Montparnasse, στο οποίο βρίσκονται μέχρι και σήμερα θαμμένες οι στάχτες του μεγάλου Γάλλου φιλόσοφου, λογοτέχνη και κριτικού.
Funeral In Paris
η Κηδεία Στο Παρίσι
Ο Sartre γεννήθηκε το 1905 στο Παρίσι, στο οποίο και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Ο πατέρας του, καπετάνιος του Ναυτικού, πέθανε όταν ο Sartre ήταν μωρό και η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε όταν ο ίδιος ήταν 12 χρονών -προς μεγάλη του απογοήτευση, καθώς είχε αναπτύξει μια πολύ στενή σχέση μαζί της. Χαρακτηριστικό του Sartre ήταν ο στραβισμός από τον οποίο έπασχε και έκανε το ένα του μάτι να «φεύγει», με αποτέλεσμα να φορά όλη του τη ζωή ένα ζευγάρι τεράστια, βαριά γυαλιά. Επίσης ήταν πολύ κοντός και συχνά περιέγραφε τον εαυτό του ως «άσχημο». Όταν βραβεύτηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας το 1964, αρνήθηκε να το παραλάβει λέγοντας πως το βραβείο αυτό είναι σύμβολο καπιταλισμού και αστισμού.
Πέρα από κάθε ιδιαιτερότητα και εξωτερικό χαρακτηριστικό, όμως, ο Jean Paul Sartre ήταν ένας από τους σπουδαιότερους φιλόσοφους που έχουν περάσει από αυτόν τον κόσμο και ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του Υπαρξισμού, αφιερώνοντας τη ζωή και το έργο του στην στρατευμένη τέχνη προς όφελος της κοινωνίας. Για την ακρίβεια, ήταν αυτός που έκανε «μόδα» τη βαθιά σκέψη και τη φιλοσοφία.
Jean-Paul Sartre
Το πυκνογραμμένο, δυσνόητο βιβλίο του «Το Είναι και το Μηδέν», ενίσχυσε σημαντικά τη φήμη του όχι τόσο επειδή οι άνθρωποι μπορούσαν να καταλάβουν τις ιδέες και τον τρόπο σκέψης τους, αλλά ακριβώς επειδή, στην πλειοψηφία τους, δεν μπορούσαν. Άλλωστε ο Sartre ήταν αυτός που ξεκίνησε την ιδέα -η οποία έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα- πως πρέπει να σεβόμαστε τα βιβλία για το μυστήριο που φαίνεται πως πάνε να αγγίξουν και όχι και τη σαφήνεια των ισχυρισμών τους.
Το κίνημα του Υπαρξισμού δεν θα ήταν το ίδιο χωρίς τη συνεισφορά του έργου του Sartre, ο οποίος έκανε αρκετά ξεκάθαρες μερικές ουσιαστικές αλήθειες για τη ζωή -όσο παράδοξο κι αν είναι να βάζεις τις λέξεις «ξεκάθαρο», «Υπαρξισμός» και «Sartre» στην ίδια πρόταση.
Smoking Sartre
1. Τα πράγματα είναι πάντα πολύ πιο παράξενα από όσο πιστεύουμε
Ο Sartre δίνει πάντα ιδιαίτερη προσοχή στις στιγμές που ο κόσμος γύρω μας αποκαλύπτεται ως πολύ πιο παράξενος και πονηρός από όσο τον έχουμε συνηθίσει. Εκείνες τις στιγμές που η λογική που χρησιμοποιούμε κάθε μέρα για να αντιμετωπίσουμε όσα συμβαίνουν δεν είναι διαθέσιμη, μετατρέποντας έτσι την πραγματικότητα σε ένα παράλογο, ακόμα και τρομακτικό μέρος. Το μυθιστόρημά του «Η Ναυτία» του 1938, είναι γεμάτο με τέτοιες ιστορίες. Όποιος είναι «Σαρτρικός» έχει γνώση της ύπαρξης του ανθρώπου όταν αυτή έχει απογυμνωθεί από κάθε προκατάληψη και σταθεροποίηση παραδοχών που μας έχει κάνει να πιστεύουμε η καθημερινή μας ρουτίνα.
2. Είμαστε ελεύθεροι
Οι παράξενες στιγμές στη ζωή μας είναι σίγουρα άβολες, τρομακτικές και πολλές φορές μας αποπροσανατολίζουν, όμως ο Sartre τραβά την προσοχή μας σε αυτές λόγω των απελευθερωτικών διαστάσεων που μπορούν να πάρουν. Η ζωή είναι πολύ πιο αλλόκοτη από όσο μπορεί να πιστεύουμε (το να πηγαίνεις στη δουλειά, να τρως μαζί με ένα φίλο, να επισκέπτεσαι τους γονείς σου -τίποτα από αυτά δεν είναι προφανές ή έστω και κοντά στο «φυσιολογικό»), ταυτόχρονα όμως λειτουργεί ως μία επίπτωση με άπειρες πιθανότητες.
Τα πράγματα δεν χρειάζεται να είναι ακριβώς όπως φαίνονται. Είμαστε περισσότερο ελεύθεροι από όσο αφήνουμε τους εαυτούς μας να φαντάζονται μέσα στην πιεστική ρουτίνα δεσμεύσεων και υποχρεώσεων που μας απασχολούν κάθε μέρα. Μόνο αργά το βράδυ ή όταν είμαστε άρρωστοι στο κρεβάτι ή ταξιδεύουμε με τρένο σε έναν άγνωστο προορισμό, δίνουμε την άδεια στον εαυτό μας να ονειροπολήσει προς λιγότερο συμβατικές κατευθύνσεις. Εκείνες οι στιγμές είναι ταυτόχρονα ανησυχητικές και απελευθερωτικές.
Μπορεί να χωρίσουμε από το σύντροφό μας, να μετοικήσουμε σε μια νέα χώρα, να επανεφεύρουμε τους εαυτούς μας, αλλά συνήθως σκεφτόμαστε λόγους για να μην το κάνουμε.
Ο Sartre, μέσα από τις περιγραφές στιγμών αποπροσανατολισμού, θέλει να μας δώσει πρόσβαση σε ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης. Θέλει να μας ωθήσει μακριά από την εφησυχασμένη, κανονική προοπτική και να απελευθερώσει τη φαντασία μας: ίσως να μη χρειάζεται να παίρνουμε το λεωφορείο για τη δουλειά, ίσως να μη χρειάζεται να λέμε πράγματα που δεν εννοούμε σε ανθρώπους που δε συμπαθούμε ή να θυσιάζουμε την ενέργεια και τη ζωτικότητά μας για ψευδαισθήσεις ασφάλειας και σιγουριάς.
PAUL-SARTRe
3. Δεν πρέπει να ζούμε «κακή τη πίστει»
Ο Sartre έδωσε έναν όρο στο φαινόμενο του να ζούμε χωρίς να χρησιμοποιούμε την ελευθερία μας όπως πρέπει. Το ονόμασε «κακή πίστη».
Έχουμε κακή πίστη κάθε φορά που λέμε στον εαυτό μας πως πρέπει να συμπεριφερόμαστε υπό ένα συγκεκριμένο τρόπο και κλείνουμε μάτια και αυτά σε εναλλακτικές. Είναι κακή πίστη το να επιμένουμε πως πρέπει να κάνουμε ένα συγκεκριμένο είδος δουλειάς ή να ζούμε με ένα συγκεκριμένο άτομο ή να φτιάχνουμε το σπίτι μας σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Μην μπερδεύετε, ωστόσο, την υπαρξιακή αυτή στάση του Sartre με αυτές που γράφονται στα βιβλία αυτό-βοήθειας, του τύπου «μπορείς να γίνεις ό,τι θες, αρκεί να το πιστέψεις». Η λογική του Sartre είναι πολύ πιο στενάχωρη, θλιβερή και τραγική από αυτούς τους απλοϊσμούς. Θέλει απλώς να επισημάνει πως έχουμε περισσότερες επιλογές από όσες πιστεύουμε συνήθως πως έχουμε, ακόμα και αν σε κάποιες περιπτώσεις η επιλογή αυτή είναι η αυτοκτονία -την οποία και ο Sartre υποστήριζε ένθερμα.
4. Είμαστε ελεύθεροι να διαλύσουμε τον καπιταλισμό
Ο μεγαλύτερος παράγοντας που αποτρέπει τους ανθρώπους από το να είναι ελεύθεροι, είναι τα λεφτά. Οι περισσότεροι από εμάς αποκλείουμε μια μεγάλη γκάμα επιλογών -μετανάστευση σε μια καλύτερη χώρα, αλλαγή καριέρας, διαζύγιο- με τη δικαιολογία πως αν είχαμε λεφτά θα το κάναμε, τώρα όμως δε γίνεται.
Αυτή η παθητική συμπεριφορά μπροστά στη δύναμη του χρήματος εξόργιζε τον Sartre σε πολλά επίπεδα αλλά κυρίως σε αυτό της πολιτικής. Σκεφτόταν τον καπιταλισμό ως ένα τεράστιο μηχάνημα σχεδιασμένο να δημιουργεί μια αίσθηση ανάγκης που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Μας κάνει να πιστεύουμε πως πρέπει να δουλέψουμε ένα συγκεκριμένο αριθμό ωρών, να αγοράσουμε ένα συγκεκριμένο προϊόν ή υπηρεσία, να πληρώνουμε τους ανθρώπους ένα συγκεκριμένο χαμηλό αντίτιμο για την εργασία τους. Σε όλα αυτά, όμως, υπάρχει μόνο η άρνηση για ελευθερία και η άρνηση να πάρουμε όσο σοβαρά πρέπει την πιθανότητα να ζήσουμε διαφορετικά τις ζωές μας.
1 Δεκεμβρίου 1969: ο Γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος Ζαν-Πολ Σαρτρ κάνει μια παύση προβληματισμένος κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας στο Παρίσι σχετικά με τα εγκλήματα πολέμου του Βιετνάμ. (Φωτογραφία από τον Καν Lancaster / Express / Getty Images)
1 Δεκεμβρίου 1969: ο Γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος Ζαν-Πολ Σαρτρ κάνει μια παύση προβληματισμένος κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας στο Παρίσι σχετικά με τα εγκλήματα πολέμου του Βιετνάμ. (Φωτογραφία από τον Καν Lancaster / Express / Getty Images)
Ο Sartre μας έθεσε μερικά πολύ σημαντικά ερωτήματα (Μπορούμε να αλλάξουμε την πολιτική ώστε να ανακτήσουμε επαφή με τις θεμελιώδεις ελευθερίες μας; Πώς μπορεί να αλλάξει η συμπεριφορά μας απέναντι στο κεφάλαιο; Πόσες ώρες πρέπει να δουλεύει κάποιος μέσα στην εβδομάδα; Πώς μπορούν να αλλάξουν τα τοξικά, γεμάτα προπαγάνδα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που διαθέτουμε; κλπ) χωρίς όμως να τα απαντήσει. Μας παρέθεσε τις πιθανότητες, αφήνοντας σε εμάς το έργο της εκπλήρωσής τους.

Πηγή:

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο Έλληνας παρουσιάζεται σαν εύπιστος, ανεύθυνος και ότι ψάχνει πάντα κάποιον να πιαστεί, ενώ μπορεί να σταθεί μόνος του. Σε τι μπορούμε να αποδώσουμε αυτή την στάση ζωής; Στο σχολείο; Στην κοινωνία; Στην πολιτική; Εγώ θα την απέδιδα πρωτίστως στην οικογένεια.
Στην οικογένεια ο κάθε πολίτης ξεκινάει την ζωή του και αρχίζει να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια των άλλων. Μέσα σε αυτή κατασκευάζεται σαν τέτοιος, δηλαδή ανεπαρκής, φοβισμένος και μόνος, όχι σαν μια πραγματικότητα που φτιάχνει ο ίδιος , αλλά σαν μια οικογενειακή διαδικασία γνωσιο-συναισθηματική που διαδραματίζεται κατά την διάρκεια της ανάπτυξής του.
Ο πολίτης είναι κατ΄ αρχάς το προϊόν οικογενειακών διαδικασιών οι οποίες τον ορίζουν σαν ατελές υποκείμενο, έχοντας πάντα την ανάγκη των γονιών του. Δεν πρέπει να φοβόμαστε να πούμε ότι οι οικογένειες εργάζονται ανελλιπώς για την καθυπόταξη του παιδιού τους πρώτα στις αποφάσεις τις δικές τους και μετά των κοινωνικών προτύπων που συγγενεύουν, όπως των δασκάλων των αφεντικών, των πολιτικών.
skalaΗ τραγικότητα λοιπόν αυτή έγκειται στην συνειδητοποίηση της διεστραμμένης αντιμετώπισης του παιδιού σαν ένα ανάπηρο άτομο που χρειάζεται πάντα κάποιο άλλον για να μπορεί να αντιμετωπίσει τον αγώνα της ζωής. Σ΄ αυτό τον αγώνα οι γονείς θέλοντας να το απαλλάξουν από τα βάρη του, το απάλλαξαν όμως από τον ίδιο του τον εαυτό. Δηλαδή δεν του έδωσαν το δικαίωμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να διαχειριστεί την ζωή του και δεν του επέτρεψαν είτε με την υπέρ- προστατευτικότητα, είτε με την αδιαφορία να γνωρίσει αυτό που είναι, έτσι ώστε να μπορέσει να κατασκευάσει την καθημερινότητα του με τα νοήματα και την σημασία που ο ίδιος θα απέδιδε από την εμπειρία του μέσα σε αυτή.
Θα πρέπει να μιλήσουμε για μια καλά κρυμμένη, πίσω από την παχύρρευστη ανησυχία των γονέων, τάση εξουσίας, που πραγματώνεται επάνω στα παιδιά τους με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστούν την παρουσία τους αναγκαία ακόμα και στην ενήλική ζωή τους . Άρα πρέπει να ξεφύγουμε λιγάκι - όσο μπορούμε - από αυτή την ρομαντικά καλή μορφή της οικογένειας και να μιλήσουμε για την καλυμμένη, ήδη καθυπόταξη του παιδιού μέσα στο σ΄ αυτή και για την προετοιμασία του στην ανεπάρκεια και την συνεχή άσχημη εξάρτηση από τον άλλον. Έτσι μπορούμε να φανταστούμε σύμφωνα με τις παραπάνω συνθήκες, τι το περιμένει στο μέλλον.
Η ελληνική οικογένεια μέσω της φροντίδας της κατάφερε να κατασκευάσει πολίτες οι οποίοι δεν στηρίζονται στα δικά γνώσιο-συναισθηματικά δεδομένα, διότι δεν έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και τις περισσότερες φορές, ο εαυτός γίνεται το πεδίο μιας σύγκρουσης εσωτερικής και εξωτερικής που την ονομάζουν “Εγώ”.
Οι διασυνδέσεις με την οικογένεια όπου το παιδί αποτελεί πάντα την απόδειξη της εξουσίας της, αναπαράγουν την ανεπάρκεια του όχι μόνο μέσα σε αυτή, αλλά και σε άλλα πλαίσια σχέσεων μετά από αυτή. Η απομάκρυνση από κοντά της είναι ένα τεράστιο πρόβλημα, αλλά και η παραμονή κοντά της δημιουργεί άλλης υφής προβλήματα. Με αυτό τον τρόπο οι γονείς κρύβουν την δική τους ανικανότητα να ζήσουν μόνοι, προβάλλοντας αυτή την ανικανότητα στο πρόσωπο των παιδιών τους. Κρύβουν την δική τους ανεπάρκεια, προβάλλοντας την σαν ανεπάρκεια των παιδιών τους. Το ίδιο κάνουν και με τον φόβο τους, αποδίδοντας τον σαν φόβο του παιδιού τους.
Σε αυτή την περίπτωση η αυτοπεποίθηση όσο και η αυτοεκτίμηση του ατόμου δεν είναι το αποτέλεσμα μιας κριτικής σκέψης και του αναστοχασμού γύρω από τα συμβάντα της ζωής του, μέσα από τα οποία μπορεί να αποκτήσει πείρα και να αυτό-διδαχτεί από αυτή. Συνήθως όλες αυτές οι διαδικασίες του εαυτού δεν θεωρούνται τόσο σημαντικές όσο θεωρείται η γνώμη των άλλων. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η οικογένεια δεν μπορεί να ενδυναμώσει το παιδί της και να το οδηγήσει στην αυτονομία, αλλά αντίθετα καλλιεργεί συνεχώς την εξάρτηση και πάνω σε αυτή κατασκευάζει τον πολίτη του μέλλοντος με σκοπό την δική της “βασιλεία”.
Ένα άλλο θέμα που εμφανίζει την σημαντικότητα του μέσα από την απουσία του είναι αυτό του “δικαιώματος” μέσα από το οποίο το άτομο ολοκληρώνει την ενήλικη στάση απέναντι στα πράγματα και τις καταστάσεις που τον αφορούν. Πάλι όμως θα μου επιτρέψετε να πω, ότι τα δικαιώματα και ελληνική οικογένεια δεν κατάφεραν ποτέ να έχουν μια ευχάριστη συμβίωση. Τα δικαιώματα θεωρείται “παράλογο” σαν θέμα μέσα στην οικογένεια. Σαν να να αγνοούν ηθελημένα οι γονείς αυτό το χώρο-χρόνο που εκφράζεται το “δικαίωμα” το οποίο έχει άμεση σχέση, από την μια με το οικογενειακό περιβάλλον και από την άλλη, με την δυνατότητα έκφρασης του “ιδιωτικού”, του προσωπικού που αφορά ένα μέλος της οικογένειας και κανένα άλλον.
307931_424697200922214_1216889167_n
Τα δικαιώματα σαν θέμα στην οικογένεια στην καλύτερη περίπτωση εκλαμβάνεται σαν μια σαχλαμάρα και στην χειρότερη σαν μια ύβρις. Έτσι φαίνεται ότι η Ελληνική οικογένεια ασκεί ένα είδος ιδιοκτησίας στα παιδιά της με τέτοιο τρόπο ώστε να αδυνατούν να πάρουν το ρίσκο, να δοκιμάσουν και να αποφασίσουν για τον εαυτό τους, ελεύθερα αυτό που θέλουν , όπως το θέλουν.
Αυτές όλες λοιπόν οι απαιτήσεις της οικογένειας καλύπτονται, όπως είπα, από ένα παχύ αποπνικτικό στρώμα ενδιαφέροντος και φροντίδας το οποίο καθορίζει την σημαντικότητα των καταστάσεων που αφορούν το παιδί της και διαμορφώνουν τις συνθήκες της αποτυχίας του. Βέβαια οι οικογενειακές συνθήκες εμφανίζονται πάντα σαν προσπάθεια δημιουργίας ασφαλείας, σταθερότητας, εκπέμποντας μια σιγουριά, αλλά ετοιμάζοντας συγχρόνως το βόλεμα των μελλοντικών γενεών.
Το βόλεμα λοιπόν δεν είναι στοιχείο του κάθε πολίτη, αλλά πρωταρχικά στοιχείο της οικογένειας. Το βόλεμα είναι ισχύ της οικογένεια να καθορίσει την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού της, υποβιβάζοντας το. Και αυτή την επέμβαση “βοήθειας” την συναντάμε στο μελλοντικό πολίτη σε όλα τα στάδια της ανάπτυξής του με διαφορετική μορφή κάθε φορά. Διαφορετική στην παιδική ηλικία, διαφορετική στην εφηβεία διαφορετική στην ενήλικη ζωή. Αυτή όμως η διαμορφούμενη κατάσταση δεν μένει μόνο στην οικογένεια, αλλά διαχέεται σαν εξουσιαστική νοοτροπία σε όλες τις εκφάνσεις την κοινωνικής ζωής όπως στο χώρο -χρόνο της εργασίας, της πολιτικής και εν γένει ολόκληρη στις κοινωνικές διαδικασίες. Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται η προσωπικότητα του κάθε Έλληνα, σαν ημιτελές υποκείμενο που αναζητά την ολοκλήρωσή του διαμέσου της υποταγής του.
Είναι λοιπόν τόσο δυνατή αυτή η νοοτροπία ώστε να έχει δημιουργήσει την τραγικότητα του Έλληνα σαν πολίτη, ο οποίος συνεχίζει να αναπαράγει την κατάσταση της ανεπάρκειας, μετατρέποντας την σε εξυπνάδα. Δηλαδή η ικανότητα αποφυγής, παραίτησης, ανευθυνότητας και εξάρτησης δεν λαμβάνονται σαν καταστάσεις υποτίμησης του πολίτη, αλλά εκλογικευμένες αναγνωρίζονται σαν αξίες που διαπερνάν το άτομο και την κοινωνία, οδηγώντας στο τέλος σε προσωπικό, αλλά και κοινωνικό αδιέξοδο.
~ Κερεντζής Λάμπρος
 φωτό:  από την  «Μήδεια» του Κιμούλη

Πηγή:

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016